Υποχρεώσεις του ενεχυροδανειστή σύμφωνα με το Αστικό Δίκαιο

Ο ενεχυροδανειστής έχει υποχρέωση να φυλάει το πράγμα. Χωρίς τη συναίνεση του ενεχυραστή δεν έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιεί ή να το μετενεχυράζει. Οι ρυθμίσεις οφειλών που έκανε ο δανειστής για το πράγμα αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων. Ο δανειστής ­χει δικαίωμα να αφαιρέσει το κατασκεύασμα που πρόσθεσε στο πράγμα.


Αν ο δανειστής προσβάλλει τα δικαιώματα του ενεχυραστή, αυτός μπορεί να απαιτήσει την παράδοση του πράγματος σε μεσεγγυούχο που διορίζεται από το δικαστήριο, ή τη δημόσια κατάθεση του πράγματος, αν είναι δεκτικό κατάθεσης. Τη ρύθμιση οφειλών φέρει ο δανειστής.

Αντί για τη μεσεγγύηση ή την κατάθεση που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, ο ενεχυραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει την απόδοση του πράγματος εξοφλώντας το ενεχυροδανειστήριο. Αν η απαίτηση είναι άτοκη και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, εκπίπτονται οι τόκοι για το χρονικό διάστημα από την πληρωμή ως τη λήξη του χρέους.


Αν κινδυνεύει η ασφάλεια του δανειστή επειδή απειλείται καταστροφή ή ουσιώδης μείωση της αξίας του πράγματος, έχει αυτός το δικαίωμα να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, εκτός αν ο ενεχυραστής συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα σε εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Ο πλειστηριασμός γίνεται όπως ο πλειστηριασμός κινητού που έχει κατασχεθεί. Το εκπλειστηρίασμα υποκαθίσταται στο πράγμα και κατατίθεται δημόσια. Η πώληση των πραγμάτων που έχουν χρηματιστηριακή αξία γίνεται χρηματιστηριακώς. Στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου έχει δικαίωμα με τους ίδιους όρους και ο ενεχυραστής να προκαλέσει δικαστική άδεια για την πώληση του πράγματος ή να απαιτήσει την απόδοση του παρέχοντας άλλη ασφάλεια. Παροχή ασφάλειας με εγγυητή αποκλείεται.

Ο ενεχυραστής και πριν από τη λήξη του χρέους έχει δικαίωμα, αν του παρουσιαστεί ευκαιρία για επωφελή πώληση του πράγματος, να ζητήσει από το δικαστήριο την άδεια για ρυθμιση οφειλων. Το δικαστήριο ορίζει τους όρους της πώλησης και την κατάθεση του τιμήματος.

Ο δανειστής έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα, όταν αποσβεστεί το ενέχυρο. Επειδή, η σύμβαση για τη σύσταση ενεχύρου είναι εμπράγματη δικαιοπραξία, πλην όμως εξ αυτής παράγονται βάσει του νόμου και ενοχικές αξιώσεις. Τέτοια περίπτωση είναι η αναφερόμενη στην ΑΚ 1232. Κατά τη διάταξη αυτή το ενεχυροδανειστηριο έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα όταν αποσβεστεί το ενέχυρο. Η εκ του νόμου υποχρέωση για απόδοση του ενεχύρου μετά την απόσβεση του υφίσταται κατά μία άποψη μόνον απέναντι στον ενεχυράσαντα, ενώ κατά άλλη άποψη η υποχρέωση αυτή υπάρχει απέναντι στον κύριο αυτού κατά το χρόνο της αποσβέσεως του ενεχύρου αδιάφορα αν είχε προβεί ο ίδιος στην ενεχύραση ή κάποιος δικαιοπάροχος του.

Με άδεια του δικαστηρίου έχει δικαίωμα το ενεχυροδανειστηριο και μετά την απόσβεση της απαίτησής του να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος στον οφειλέτη, αν έχει εναντίον του άλλη απαίτηση που συνομολογήθηκε μετά τη σύσταση του ενεχύρου και έγινε απαιτητή πριν από τη λήξη της απαίτησης που ασφαλίζεται με το ενέ­χυρο. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο δανειστής και κατά του τρί­του  ενεχυραστή, αν έχει εναντίον του απαίτηση με τους ίδιους όρους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.